“Ένοχη σιωπή”
Ώρα 5.30π.μ. Περιμένω εναγωνίως ταξί. Προορισμός το αεροδρόμιο. Οικογενειακό ταξίδι. Μια δυνατή γυναικεία φωνή με ξυπνά από την πρωινή αδιαθεσία…
- Eσείς με καλέσατε; Παρακαλώ, περάστε…
Ξάγρυπνος, αγχωμένος, βυθισμένος στις σκέψεις μου. Το βλέμμα μου καρφωμένο στο τζάμι δίχως να καταγράφονται εικόνες στην μνήμη μου.
- Δεν σας πειράζει να καπνίσω…έ;
[Σιωπή]. Χωρίς να συναινέσω ανάβει απροκάλυπτα τσιγάρο. Προσπαθώ να συγκρατηθώ. Αρχίζει να μονολογεί για την αβίωτη κίνηση στους δρόμους της Αθήνας, το νευρικό κλονισμό των ανθρώπων, την παραλυσία του κράτους για το κομφούζιο που επικρατεί, την ακρίβεια, τους αγρότες. Η φλυαρία της ακατάπαυστη, η ψυχική μου ηρεμία απειλούμενη…
- Θα σας πείραζε να εξυπηρετήσουμε και αυτήν την Κυρία;
[Σιωπή]. Ξαφνικά βρέθηκα με μια 50χρονη Κυρία δίπλα μου, να αναπνέω το δύσοσμο άρωμά της, τον καπνό της οδηγού, και να προσπαθώ να αποφύγω τα γλειψίματα από το -κατά τ΄ άλλα – συμπαθητικό σκυλάκι που κρατούσε στην αγκαλιά της. Αγχωμένη και καταβεβλημένη προφανώς από την ορθοστασία , από τη μια έβριζε τον Δήμο που δεν έχει ένα οργανωμένο κυνοκομείο να αφήνει το σκυλάκι της, από την άλλη έσερνε «τα εξ αμάξης» στον πρώην άνδρα της, καθώς μιλούσε στο κινητό με την αδερφή της.
- Mήπως μπορείτε να σταματήσετε για 10 λεπτά στο χασάπικο, στη γωνία για να πάρω κιμά; Δεν έχω μαγειρέψει τίποτα, σιγομουρμουρά η Κυρία στην οδηγό.
[Σιωπή]. Τα νεύρα μου οριακά τεντωμένα. Η πίεση μου ασανσέρ. Φθάνω στο αεροδρόμιο με 30 λεπτά καθυστέρηση. Τα ρούχα μου γεμάτα τρίχες από το σκυλάκι της Κυρίας, η μυρωδιά μου άθλια και η οδηγός του ταξί – σαν να μην έτρεχε τίποτα – αναθεμάτιζε την στιγμή που δεν έβρισκε ψιλά για να μου δώσει ρέστα.
- Μπαμπά, μπαμπά, γιατί άργησες; Φαίνεσαι αναστατωμένος…
[Ένοχη σιωπή]. Πάμε γρήγορα αγόρι μου, θα χάσουμε την πτήση…
Λάζαρος Ι. Κόλλιας
Εκπαιδευτικός
